Top Definition
To fake the spelling of an unfamiliar word.
Can be inserted in informal writing, in brackets, after any guessed-at spelling - so you still look stupid, but at least aware of it.
I hate trying to write people's surnames; I always have to spellculate.
από ΔиłĦ☼иצ ߀₡ʞ 30 Ιούλιος 2009
5 Words related to spellculate

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×