Top Definition
To sit in a cafe (usually with free wireless) using a laptop computer until the battery goes flat.
I'm going to the cafe down the street to spend a battery this morning, the coffee is good there!
από Davicles 20 Σεπτέμβριος 2007
5 Words related to spend a battery

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.