Top Definition
A state of being spiffy (cool) while extremely excited.

"Dude, did you see the new spiffy cantalope?"

"No, but I'm hella spiffcited about the mangos"
από Domeride 20 Ιανουάριος 2006
8 Words related to spiffcited

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.