Top Definition
To adorn oneself with one's best attire; to be formally dressed; to make oneself look spiffy
I decided to spifflicate myself for this event because it will be a fancy affair.

A prom, wedding , or the Oscars is an appropriate time to wear a spifflicated outfit.
από Sauce-Off Yolanda 22 Μάρτιος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×