the act of lodging all the fingertips, preferably knuckle deep, into an orifice simultaneously, and then spreading the fingers as wide as possible.
"I'm on my period. It feels like Edward Scissorhands is spike-and-spreading my vagina."

Guy 1 - "Dude, that girl was a total freak!"
Guy 2 - "No shit!"
Guy 1 - "Yeah man, she totally let me spike-and-spread her!"
από Deep and Wide 18 Σεπτέμβριος 2013

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×