Top Definition
1. the act of paying half of something.
2. a shared cost
1. Hey Neil, let's go splitsies on a case of beer.

2. Kate, you still need to pay your splitsies from last weekend.
από Katie McIntyre 1 Δεκέμβριος 2005
5 Words related to splitsies

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×