Top Definition
1. (verb)to consume alcohol, particularly to get drunk. also (adj.)sploozed(drunk). (noun) sploozer( someone sick from drinking)
Tonight we're goin' out to splooze.
Last night I was sooo sploozed.
Billy threw up last night he's such a sploozer.
από Jon Simard 20 Αύγουστος 2005
1 more definition
(adjective) blowing off a steamy load of semen.
"Yo, last night I sploozed in my girls face!"
από JonseyD 7 Νοέμβριος 2005

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×