Top Definition
splorp, (splorp) NOUN. A wet, gurgling noise, like a cow defecating.
Yossarian pulls off the bombardier's flack jacket, and 'splorp,' out spill his liver, kidneys and intestines.
από Maxhole 25 Ιούνιος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×