-verb & acronym
To SPOF (stalking people on Facebook). The act of wandering the social media website Facebook, and creepily browsing through photos of people you barely know.
Tim: Hey what did you do last night?
Bill: Not much man, just watched some T.V. and spofed a girl from my chemistry class.
Tim: True, I was doing a little spofing myself.
από jeffyor 23 Απρίλιος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×