Top Definition
A small bird usually grey or brown in colour, that craps everywhere and builds nest in sheds, usually only called this by South Australians.
Hey dad im taking the .22 to go shoot some spogies.
από steven leske 12 Μάρτιος 2008
5 Words related to spogies

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.