Top Definition
n. spongitude: The ability to multitask by auditing while listening to your managers rant and rave.
Bob demonstrated some solid spongitude the other day while Carl was complaining about his other engagement teams. He got all of his testing and reviews completed.
από nym1 9 Νοέμβριος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×