adj. Word of German origin; a hybrid of spastisch (spastic) and mongo (mongoloid).

Someone who is uncoordinated or incompetent.
Look at Tim-Wolf, he dances like a spongo.
από Mark W 28 Αύγουστος 2005
Someone who is terrible at something, similar to Noob.
"God your such a spongo Ruairi!"
από Paradoxpanic 16 Σεπτέμβριος 2013
spangle.jism.cum.spunk.sperm.sticky white love piss.
oi!,filthy bastard, that things got spongo in it!
από hummers crackly testicles 17 Αύγουστος 2003

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×