Top Definition
A person (usually a raving mincer) who loves to drink sponk.

The Person is usually addicted to the passtime.
Your breath reeks of sponk, you been at it again ? you filthy Sponk Plonky.
από el_tel 17 Σεπτέμβριος 2007
6 Words related to sponk plonky

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×