Top Definition
A sponko is a person who you find very annoying, and who you like dissing once in a while.
"Shut up, you Sponko!!"
"You are such a Sponko!!"
από RiddleKid 25 Φεβρουάριος 2009
6 Words related to sponko

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×