An ethnic slur referring to people of mixed Caucasian and Hispanic ethnicity; a combination of the slurs "honky" and "spic."
My Mom's white but my Dad's Mexican, I'm a sponky.
από Harry Crews 18 Ιανουάριος 2008
overripe, odoriferous, noxious, foul, dishevelled
After 3 days without shower or changes of clothes, the men appeared sponky as they exited the rainforest.
από Kellen Sorensen 21 Ιούλιος 2006

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×