Top Definition
The act of driving someone else's business right in to the ground.
Oh shit were broke and everyone is losing their job. Yeah our dumbass boss really sponseled this company.
από Four Iron 13 Νοέμβριος 2007
5 Words related to sponsel

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×