(noun): from spontaneous mute: 1. the period after, in a conversation, there is a sudden moment of collective (usu. awkward) silence; perhaps after an embarrasing anecdote. 2. the spontaneous silence when the subject of the conversation enters the room unannounced
we were discussing john's fettish for fish and he came in , forcing a spontamute
από wonderfool 1 Δεκέμβριος 2003
1 Word related to spontamute

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×