(n.) diahrrea, often of the explosive and unpredictable sort.
What Donald thought was a fart had turned out to be a bout of spontaneous regularity.
από Blenderhead91 9 Απρίλιος 2009

6 Words Related to spontaneous regularity

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×