Top Definition
The act of going somewhere without planning it.
Did you hear about John and Amanda? Their on there spontaneous weekend excursion! I think they went to California.
από birse18 8 Ιούλιος 2009
5 Words related to spontaneous weekend excursion

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×