Top Definition
A viscous whitish secretion of the male reproductive organs, containing spermatozoa and consisting of secretions of the testes, seminal vesicles, prostate, and bulbourethral glands.
Aww man, Greg spoojed in the tote.
από Matt Huston 26 Μάιος 2003
1 more definition
A misspelling of the word "splooge".
"invisibility, i mean cmon, you could spooj on your teachers"
από Bob Da Monkey 16 Αύγουστος 2003

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×