Top Definition
Spoonsill (verb),(spuh-oooon-Seh-ill) - An frontward cartwheel.
"Dad! There's a guy doing a spoonsill in the driveway!"
από Johnny Liolli 4 Νοέμβριος 2006
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×