Top Definition
A generic term referring to he act of playing a sport.
"You guys were sportsing pretty hard out there."

"We sportsed our best and scored points, but the other team was sportsing pretty hard too, and they scored even more points."
από worldsfastestmasturbater 14 Ιανουάριος 2014

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.