Top Definition
(n) apparatus used to clean area of floor where cum/semen has dripped on. (aka, paper towel, wet wipes, kandoo wipes, tissue, hand, sock or negletion... 'it's all good')
"Yo we needa cleanup on aisle two, that bitch needs to spot mop that fucka"
από red mc jenkins 13 Μάιος 2007
4 Words related to spot mop

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×