Top Definition
The act of a woman queefing in their partner's mouth for pleasure. It is usually a quick act unless the woman has a ton of air in her vagina.
I went down on Sally just in time to catch her squeefer in my mouth
από Atrain.caboose 1 Μάιος 2008
9 Words related to squeefer

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×