Top Definition
1. (intransitive verb) to have sex; to procreate.

2. (transitive verb) to have sex with; to procreate with.
1. John and Jody are squeeving hard in the other room.

2. John squeeved Jody hard.
από kadatz 29 Απρίλιος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×