Top Definition
The wet fart noise a vagina makes when being pounded hard and fast due to air
I was pumping my bitch so hard and fast she squelched so loud, it was embarrassing for her.
από Djc2508 16 Ιανουάριος 2014
2 Words related to squelched

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×