Top Definition
A type of dance, caused by a females intake of alcohol while tripping on shrooms.
She drank beers untill the shrooms kicked in, then began to squillace as if it would save the whales.
#dance #mushrooms #alcohol #tripping #shrooms #squilace #hippie
από James D. Williams 26 Νοέμβριος 2006
7 Words related to squillace
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×