Srirachet - Noun \shiˈra-chət\ origin: Oakland, Ca - Ghetto Asian Female. Typically found listening to hyphy music and causing general drama at unacceptable decibel levels.
There was a screaming match over a dude between a Srirachet and a Ratchet at the E-40 concert. SMH!
από zette16 25 Φεβρουάριος 2014

5 Words Related to srirachet

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×