Top Definition
an adjective for someone who is dirty or gross and constantly in that state with no prospect for change
Anarchists, for the most part, are stasty.
#dirty #gross #filthy #nasty #anarchists #static
από Jamestown! 23 Νοέμβριος 2007
6 Words related to stasty
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×