Top Definition
a consistant type of personal style.
your expression through style, your technique, your mannerisms, your ways.

your steegs.
"stop taxing on my steegs"
"bitch please, those are MY steegs"
"i've got mad steegs"
από vixi 19 Δεκέμβριος 2005
Short for steego (cigarette).
Could I bum a steeg?
από Jaclyn R. 7 Ιούνιος 2006
Fly person fresh hat clothes kicks and whip fuck swag
Damn my steeg on point
από lord runnit 31 Ιανουάριος 2016

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×