Top Definition
1:somthing that defines goodness or greatness

Sto-sto - 1. adj. of or relating to absolute awesomeness; rediculously beast.
you got a new getaur that is sto man
από moore 3 Φεβρουάριος 2004

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×