Top Definition
adj: Containing stokiness; being stoked, happy, excited, or awesome.
v: "Are you excited about raging this weekend?" "Yeah! I am so stokemon!"
OR "That party was stokemon" OR "Goddam I can't believe how stokemon MR. Rodgers is 24/7!"
από Matt Harris 20 Νοέμβριος 2003
8 Words related to stokemon

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×