Top Definition
A voice with stoner-like qualities, such as the characteristic shakiness in the voice, and also slightly high pitched.
"Friend, Kyle's voice is totally stonified, he must be blazed."
από George Foster 3rd 6 Σεπτέμβριος 2006
8 Words related to stonified

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.