Top Definition
n. a visible crusted mix of fecal matter and saliva around the oral region of a person's face after performing anal fellatio on another individual
Benskin spent an entire hour salad tossing in his boss' office and emerged with a smug grin and distinct patches of brown stool drool around the corners of his mouth.
από AnalTox 2 Μάρτιος 2009
5 Words related to stool drool

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.