to place both legs around something, as you would when riding a horse.
"gee, he's hot, i'd straddle him any day!"
από Claire 27 Ιανουάριος 2004
to walk, stand, or sit on with the legs wide apart
to straddle a horse
από Rai Huang 22 Δεκέμβριος 2008
A quicker way of moseying to class
We best straddle off to class before we're late.
από Meg 12 Μάιος 2004
Noun; Appalachian American Term defining the southern most portion of one's torso.
"You shant never pick nobody up by their straddle."
από I don't care 18 Ιανουάριος 2006

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×