Top Definition
"Street Candy"

Just another word for a prostitute. Slightly better in appearance than regular girls. Along the lines of "Street Walker", "Street Meat" etc.
"Kelly was a street candy, beautiful brunette from good family, turned to life of prostitution due to her methamphetamine addiction."
από PH with a different kind of D 11 Ιούνιος 2016
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×