Top Definition
The act of crying so much that one's tears flood the streets.
My butt hurt friend is a street weeper.
από holygrahamcracker 16 Φεβρουάριος 2014
5 Words related to street weeper

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×