Top Definition
A pile of wreckage, usaually at or near a roadway.
That biker t-boned this car, he was a streetheap for a while.
#syn: wreckage #pile #twisted mass #a crumpling mess #stack of mess
από Seamus Kelly 20 Φεβρουάριος 2008
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×