A breed of society composed of illiterate, uneducated, uninformed and dense people.
Did you meet the new girl? She is such a Strome.
από Anonymous 29 Σεπτέμβριος 2003
1 more definition
Top Definition
the act of receiving oral sex without any kissing or cuddling whatsoever
Jeffrey received strome from Julie at the party.
από dom13 14 Απρίλιος 2006

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×