Top Definition
st-ROMF: To have great strength or muscular attractiveness, so much that old ladies are driven to emotional outbursts.
Yo gonna have to summon all your stromph to lift that dumbell!

I need a man with stromph!

Ohh! He got stromph!

I need to bust out my stromph!
από Jimmy B Goode 5 Ιούνιος 2006
8 Words related to stromph

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.