Top Definition
The act of "stuffing in" your limp, helpless member in hopes of getting it up. Potential causes: you're too drunk or she's too ugly (see also Fugly).
I couldn't get it up so i started stuffucking her
από Da Man 16 Ιούλιος 2004
2 Words related to stuffucking

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.