Top Definition
A variation of the word "pwnd," meaning to be so thoroughly affected by cannabis that it has defeated your ability to do anything but be utterly stoned.
OMG, that bong load got me stwnd, I can't even get off the couch.
από iant23 7 Απρίλιος 2007
8 Words related to stwnd

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×