Top Definition
corruption of word pwned and owned.
Stwned - to intoxicate oneself with Cannabis.
owned, pwned and stwned
από RHiNO 26 Μάρτιος 2005
3 Words related to stwned

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×