Top Definition
1)Prepared to obey others unquestioningly.
2)Less important, subordinate.
3)Serving as a means to an end.
1)"Slaves are subservient to their owners."
2)His career was expected to be subservient to hers."
3)"The whole narration is subservient to the moral plan of exemplifying twelve virtues in twelve knights"
από Guylord Bargnome 18 Δεκέμβριος 2013
4 Words related to subservient

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×