Top Definition
1. Something spoken in, or referring to, a tone of being suicidal or excessively depressed. 2. To express ones suicidal feelings.
"Did you hear Max last night?"
"Yeah. He was talking suicidistic to everyone."
από AndrewArduous 8 Οκτώβριος 2007
7 Words related to suicidistic

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×