Top Definition
pronounced (swee-do): a male typically fresh out of college, predominantly from the New York City / NJ area who just landed a job and is now stuck between being a guido and a suit.
That guy's totally a suido.
από T Diggs 15 Μάρτιος 2008
5 Words related to suido

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×