Top Definition
To be even better than something which is scrumtrulescent, far surpassing perfection.
Mark Whalberg's acting in the "The Departed" was superscilescent.
από pseudopretzel 28 Μάρτιος 2010
To be even better than something which is scrumtrulescent, far surpassing perfection.
Mark Whalberg's acting in the "The Departed" was superscilescent.
από pseudopretzel 28 Μάρτιος 2010
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×