Top Definition
The verb form of {surfboard}, where a girl grinds and sinks onto the man, who is lying erect.
Becky surfed her boyfriend last Friday. I think he still hasn't shaken off the shock of THAT encounter.
από awesomeisanoverusedname 9 Νοέμβριος 2015
4 Words related to surfed

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.