Top Definition
Someone who wears a lot of surf lables but cannot surf, or surfs very little. See also wardrobe surfer
Check out that little surfee, bet he has never owned a board.
από qyiet 20 Φεβρουάριος 2005
1 Word related to surfee

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.