That which keeps something in existence. (The similar word "sustenance" usually means food.)
The large numbers of high income people who were covered by corporate and government health insurance contributed to the sustainance of the outmoded health insurance system.
από PhoenixFirebird 26 Ιανουάριος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×